Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Περι του έργου τέχνης ως επένδυση , στον καιρό της οικονομικής αβεβαιότητας.

1. Το να προσβεις κτι είναι για το ίδιο άσχημο και απεχθές με το νατο καρέφεις. Από κει και πέρα πιστεύθρηρα εγκλήματα σνθρωπόαι χριστιανική (όπως τώρα) είτε οποιοτε άλλη. Στον τύπο πουβρίσκει με το καρπούζι...τι να πώ!!!αι αυτά, αλλά όχι και τέχνη.

Ο καλλιτέχνης ας προκαλεί, βεβαίως, όμως η πρόκλβολή χρησιμοποιούηση δεν είναι απαραίτητα τέχνη.
Επίσης υραμμή ανά πσφορές η πρόκληση και η προσβολή χρησιμοποιούνται για να δώσουν δύναμη σε ένα ατάλαντο έργο και γιχει μια λεή γραμμή ανάμεσα στην πρόκπάρου αποτελεί προσβολή είναι τέχνη, θέλει προσοχή στο πως προβάλλεται και επιδεικνύει στοση που κάτι ληκαι την προσβολή. Ακόμα όμως και στην περίπτωμεσα στην πρόκληκαι την προσβολή. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που κάτι πα να κερέπα να κερδίσοο ενδιαφέρον με σκοπό την αύξηση του κέρδους του καλλιτέχνη (οικονομικό, κύρος, επωνυμία κλπ).δίσοο ενδιαφέπάρου αποτελεί προσβολή είναι τέχνη, θέλει προσοχή στο πως προβάλλεται και επιδεικνύει στο πλατύ κοινό.
Δυστυχώς τις περισμή ανάμεσα στην πρόκληκαι την προσβολή. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που κάτι πα να κερδίσοο ενδιαφέπα να κερδίσοο ενδιαφέρον με σκοπό την αύξηση του κέρδους του καλλιτέχνη (οικονομικό, κύρος, επωνυμία κλπ).

2. Οικονομία και τέχνη: Μια τεχνική προσέγγιση.



-- Ο Κόσμος των Ανδρών -- Γιάννης Χαριτίδης 2011




Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Jackson Pollock / The Poem

Σκάρτο Τραγούδι 
για τον Jackson Pollock


Στη φάρμα με τέσσερα αδέρφια
Άτσαλα ρούχα και βλέμμα στη χλόη καρφωμένο
Ανάμεσα μπρέκφαστ και δείπνο να μελετάει
Τις ποικίλες αναδιπλώσεις της φύσης
Την άλλη ύλη να δουλεύει και να λειτουργεί
Με όραση ειδικευμένη στο ανεπαίσθητο
Κι ένα τσιγάρο να φωσφορίζει στ’ ωραίο στόμα του

Προσπέρασε τ’ αδέρφια του με ντρίπλες
Και άυπνο σώμα να δουλεύει στον καμβά
Χορεύοντας ινδιάνικο ζεϊμπέκικο την απορία του
Για το πιο έσω γεγονός
Και τη λαλιά της κάθε απόχρωσης
Με μπίρα και ουίσκι και καπνό ντοπαρισμένος
Ξεγέλασε του χρόνου που κυλάει το τραγούδι

Είχε φάει κι είχε πιει
Κι είχε κορέσει εκατό εγκόσμιες απάτες
Κι είχε το βρόντο ακούσει σουρωμένος
Από χίλιες απρόοπτες θύελλες
Κι είχε χωρέσει ο νους του
Ποδοβολητό διαμπερές από πρόσκαιρη εκατόμβη
Και πόνεσε η σάρκα του κατόπιν
Κι έζησε τη χλαλοή

Το κάθε χθόνιο σκίρτημα
Σε εικόνα μεταμόρφωσε
Και νεύμα ειμαρμένης άφευκτης
Το ’κανε ρυθμό και χρώμα
Ήταν με τους φίλους του καλός
Κι ας σπίλωνε τις φίλες του
Στου ζύθου το βυθό λαχταρούσε μεταμέλεια
Κι ήταν γιορτή ακόμα
Κι η πιο ζόρικη κλαυτή απολογία

Ξεγέλασε της Lee τη θαλπωρή
Με κόβερντιπλ και Olds βαβούρα
Αφού πρώτα λιγώθηκε στης Ruth το όμορφο κορμί
Ήταν κι η Edith μέσα
Και σκοτώθηκε
Ο κάθε ημίθεος σαν φεύγει
Παίρνει βροντή βροτής μαζί του
Θυσία σαν τους αρχαίους μύστες
Σαν τα τοτέμ που αγάπησε
Και αίμα αθώο να παρηγορεί
Και να δουλεύει σαν υπόμνηση
Μιας δόξας που τρελάθηκε
Που οι δαίμονες τη φθόνησαν

Μπαμπασάκης
Βερολίνο, 1987




Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011

Andy Warhol

Warhol

Άντι Γουόρχολ, ο Πάπας της Ποπ






Μαζί με τον Τζάκσον Πόλλοκ και τον Πάμπλο Πικάσο ανήκε στη χορεία των ζωγράφων-σταρ, των εικαστικών που μπορούσε ο διαβάτης να αναγνωρίσει άνετα στο δρόμο. Η ρήση του ότι καθένας θα είναι διάσημος για δεκαπέντε λεπτά της ώρας είναι το σήμα κατατεθέν των μεταμοντέρνων καιρών μας. Η ικανότητά του να μπορεί, όπως ο μυθικός Μίδας, να μετατρέπει σε χρυσάφι αισθητικής ό,τι άγγιζε με το βλέμμα του, να μεταρσιώνει σε έργο τέχνης το σκουπίδι, να αναγορεύει σε αδιαμφισβήτητο αξίωμα έναν λεκτικό συνδυασμό κοινοτοπιών και ιλαρών αποφάνσεων, να στέλνει στο απόγειο της φήμης ανθρώπους που μάζευε από δω κι από κει, να καινοτομεί με κολλάζ τετριμμένων, τον έκανε ξακουστό στα πέρατα της οικουμένης. Ο Άντι Γουόρχολ ζωγράφισε, σκηνοθέτησε, ίδρυσε το Interview, ένα από τα πιο επιδραστικά περιοδικά του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα, άλλαξε την ιστορία όχι μονάχα της ζωγραφικής αλλά και της ροκ μουσικής όταν δώρισε στην ανθρωπότητα τους Velvet Underground και τη Nico, έστησε ένα εκπληκτικό εργαστήρι δημιουργίας αλλά και αλλοπρόσαλλων πάρτι, το περιβόητο Factory, και έζησε ώστε να γίνει ο ίδιος ένα φορητό έργο τέχνης, ένα φανταστικό σάρκινο μουσείο, ένας παραγωγός ακατάσχετων πειραμάτων, και μάλιστα, σε αντίθεση με τα όσα ξέρουμε για τα καλλιτεχνικά πειράματα, πειραμάτων που ήσαν εξαιρετικά δημοφιλή. Με την ακάματη δημιουργικότητα και επινοητικότητά του, ο Άντι Γουόρχολ υπήρξε ο Πάπας της Ποπ, ο Μέγας Πρύτανης της λαϊκής αλλά συνάμα εστέτ τέχνης. Κι όμως, καίτοι πάντα λουσμένος στα πιο εκτυφλωτικά φώτα της δημοσιότητας, ο Άντι μπόρεσε να μυθοποιήσει τόσο τα γεγονότα της ζωής του ώστε να αποτελεί μυστήριο ακόμα και η ημερομηνία της γέννησής του.
            Γεννήθηκε με το όνομα Άντριου Γουορχόλα, στο Πίτσμπουργκ ή στο Φόρεστ Σίτυ της Πενσυλβανίας, είτε στις 6 Αυγούστου του 1928, είτε στις 13 Αυγούστου του 1927, είτε στις 28 Σεπτεμβρίου του 1930, είτε κάποια ημέρα του 1931! Ούτως ή άλλως, ο κόσμος της τέχνης, των εκδόσεων και των μουσείων έλυσε μια χαρά το Γόρδιο Δεσμό γιορτάζοντας φέτος τα εβδομήντα πέντε χρόνια από τη γέννησή του και τον μισό αιώνα από την πρώτη επίσημη εκκίνηση της θυελλώδους σταδιοδρομίας του, με μιαν ομοβροντία εκδόσεων, εκθέσεων και συζητήσεων για την συμβολή του στην πολιτιστική σφαίρα του εικοστού αιώνα.
            Το 1949, αφότου εγκαταστάθηκε στο τεράστιο χωνευτήρι ιδεών που είναι η Νέα Υόρκη, ο τσεχικής καταγωγής Άντριου Γουορχόλα, άλλαξε το όνομά του και έγινε ο Άντι Γουόρχολ. Γιος μετανάστη μεταλλωρύχου, έκανε λαμπρές σπουδές στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο Κάρνεγκι, της Πενσυλβανίας, και άρχισε να εργάζεται ως σχεδιαστής υποδημάτων. Επίσης, καταπιάστηκε για ένα διάστημα με το να διακοσμεί βιτρίνες καταστημάτων. Το 1949 δημοσίευσε σχέδια που εικονογραφούσαν ένα άρθρο στο περιοδικό Glamour. Το άρθρο είχε τον εύγλωττο και σημαδιακό τίτλο «Η Επιτυχία Είναι Μια Δουλειά Στη Νέα Υόρκη», κάτι που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι ένα από τα εκατοντάδες γουορχολικά σλόγκαν. Για μια πενταετία εργάστηκε στη διαφήμιση και την εικονογράφηση κειμένων, και το 1954 ήταν ήδη ο πιο πετυχημένος καλλιτέχνης στο χώρο. Την ίδια χρονιά, μισόν αιώνα πριν, ο Άντι Γουόρχολ θα κινήσει το ενδιαφέρον των πάντων με τη συμμετοχή του σε μιαν ομαδική έκθεση, στη Γκαλερί Λοφτ. Βάφει ξανθά τα μαλλιά του, κάτι που διατήρησε, φτάνοντας έως την ακραία απόχρωση του ξανθού, το στιλπνό λευκό, σε όλα του τα χρόνια. Από την επομένη των εγκαινίων, θα είναι σταρ. Η Νέα Υόρκη ήταν πια η απόλυτη πατρίδα του, το σπίτι του, η σκηνή του. Ο Άντι Γουόρχολ έγινε πια μια γνώριμη μορφή στους κοσμικούς κύκλους, των οποίων θέλησε, και πέτυχε, να είναι όχι μονάχα ένα αναπόσπαστο στοιχείο αλλά και ο καθρέφτης της φαιδρότητας και του μεγαλείου, της τρέλας και της φαντασμαγορίας τους, της παράνοιας και της αίγλης τους. Όπως έλεγε και ο Νόρμαν Μέιλερ, χρειάζονται, και βρίσκονται πάντα, οι καλλιτέχνες εκείνοι που μπορούν να καταδείξουν με το έργο τους το «οργιαστικό κενό της μεταπολεμικής εποχής», τον έγχρωμο και απαστράπτοντα ίλιγγο του τίποτα και του παντός που αποτελεί το περίπλοκο οικόσημο της κάστας που καθορίζει τις τύχες του κόσμου. Ο ίδιος ο Άντι θα γράψει: «Είμαι βέβαιος πως θα κοιτάξω στον καθρέφτη και δεν θα δω τίποτα. Ο κόσμος με αποκαλεί πάντα καθρέφτη, και αν ένας καθρέφτης κοιταχτεί σ’ έναν άλλον καθρέφτη, τι θα δει μέσα;» Ο φιλόπονος και παιγνιώδης αναγνώστης μπορεί να εντοπίσει σε ένα τέτοιο απόσπασμα της «φιλοσοφίας του Άντι Γουόρχολ» κάτι από την έμμονη ιδέα του Μπόρχες με τους καθρέφτες σε συνδυασμό με την έμμονη ιδέα του Μπέκετ με την καλλιτεχνική καταγραφή της βλακείας που αγγίζει την ευφυΐα έως εκρηκτικά χαριτωμένου παραλογισμού!
            Στην αυγή της πολυτάραχης δεκαετίας του 1960, ο Γουόρχολ είχε την ιδέα να αντιστρέψει τους όρους και να αλλάξει, με μια κίνηση πνευματικού και καλλιτεχνικού ζίου-ζίτσου, τους κανόνες της καλλιτεχνικής παραγωγής. Εκεί που ο κυρίαρχος κόσμος μετέτρεπε σε σκουπίδια την υψηλή τέχνη, ο Άντι αποφάσισε να μετατρέψει σε υψηλή τέχνη τα σκουπίδια. Πήρε τον Ποπάι και τον Σούπερμαν από τον κόσμο της παρακουλτούρας, και τους ζωγράφισε έτσι ώστε να αποτελέσουν σύμβολα ενός ολόκληρου τρόπου ζωής, μιας ολόκληρης νοοτροπίας. Λεηλάτησε τη διαφήμιση που ήδη λεηλατούσε την τέχνη. Πήρε από τα ράφια των σουπερμάρκετ τις γνωστές σε όλη την Αμερική σούπες Campbell, που κυκλοφορούσαν σε ασπροκόκκινες κονσέρβες, και τις έμπασε στα σαλόνια των εύπορων φιλότεχνών, θαρρείς και ήσαν Δούρειοι Ίπποι που έστελναν στα οχυρά της πλουτοκρατίας τους ιούς της λαϊκής κουλτούρας – ιούς που ήθελαν να μολύνουν την απαξιωτική αντιμετώπιση των λαϊκών προϊόντων, ιούς αυτογνωσίας, ιούς-καθρέφτες που έδειχναν το αντεστραμμένο είδωλο μιας εκτροχιασμένης κοινωνίας. Το ίδιο έκανε με τετριμμένα αλλά πανταχού παρόντα σήματα-κατατεθέντα της κοινωνίας της αφθονίας, όπως το σύμβολο του δολαρίου, το μπουκάλι της Coca-Cola, και τα είδωλα των σίξτις: η Μέριλιν Μονρόε, ο Έλβις Πρίσλεϊ, η Ελίζαμπεθ Τέιλορ.
            Αεικίνητος και ανήσυχος, σε κατάσταση διαρκούς δημιουργικού παραληρήματος, ο Γουόρχολ στρέφεται στον κινηματογράφο. Θα σκηνοθετήσει μια σειρά «δεκαεξάρια» φιλμ, που σήμερα λατρεύονται ως οδόσημα του πειραματικού σινεμά. Πρόκειται για τα θρυλικά «Sleep», «Eat»,  και «Empire». Τα πρώτα δύο, γυρισμένα το 1963, καταπιάνονταν οχληρά με το θέμα της ανίας, της επανάληψης και της μονοτονίας. Το «Sleep» δεν είναι παρά η εξαώρου διαρκείας κινηματογράφηση ενός φίλου του Άντι την ώρα που κοιμάται! Συνέχισε με το εξίσου θρυλικό «The Chelsea Girls», με το «Lonesome Cowboys», με το οποίο κατακερματίζει τον συμπαγή μύθο του ηρωικού γελαδάρη και συνάμα θίγει το τότε ταμπού θέμα της αντρικής ομοφυλοφιλίας, ενώ υπογράφει ως παραγωγός την διαβόητη καλτ τριλογία «Σάρκα», «Κάψα» και «Σκουπίδια», όπου πραγματεύεται τον σαρκικό έρωτα με σαρκαστικά ωμό τρόπο, έτσι ώστε να αναγορευθεί σε πρόδρομο της πορνογραφικής παραγωγής των επόμενων δεκαετιών.
            Με την αλάνθαστη διορατικότητά του, ο Άντι δεν παρέλειψε να συλλάβει τους κραδασμούς του ροκ εντ ρολλ και να διαισθανθεί ότι και στο σύμπαν αυτό ήταν εφικτή μια ριζική επανεξέταση, μια αναίμακτη επανάσταση. Το 1965, έγινε ο στυλοβάτης και η ωστική δύναμη μιας μπάντας που έμελλε να αλλάξει άρδην την ιστορία της μουσικής. Πρόκειται για τους υπέροχους Velvet Underground, κατ’ ουσίαν ένα εκρηκτικό κράμα ιδιοφυών μουσικών, όπως ο Τζον Κέιλ, βιολιστής και μαθητής του Τζον Κέιτζ, και ο Λου Ρηντ, ο συγκλονιστικός κουλ ποιητής της «άγριας πλευράς» της μεγαλούπολης, ίσως ο μέγιστος τροβαδούρος της Νέας Υόρκης (πάντα τίθεται εκτός παντός συναγνωνισμού ο Μπομπ Ντύλαν). Στη μπάντα συμμετέχει, ύστερα από παρέμβαση του Άντι, η Παγερή Πριγκίπισσα του Σεξ, η ανοξείδωτη Nico. Επίσης, ο Γουόρχολ φροντίζει για σύνολο το στυλ των Velvet, και σχεδιάζει το εξώφυλλο για το πρώτο άλμπουμ του συγκροτήματος με την περίφημη πια μπανάνα. Την ίδια εποχή, ανακαλύπτει και προβάλλει την σούπερ σταρ του Τίποτα, την πανέμορφη Έντι Σέντγουικ, ερωμένη των σούπερ σταρ της Πραγματικότητας, μούσα των πάντων, και τραγικό θύμα της φήμης της.
            Το 1968, ο Γουόρχολ κατακτά την Ευρώπη με μια σειρά εκθέσεις, αρχής γενομένης από το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Στοκχόλμης. Την ίδια χρονιά, μια άλλη σούπερ σταρ του Τίποτα, η Βαλερί Σολάνις, κυριευμένη από την ανίατη νόσο των σούπερ σταρ του Τίποτα, τον φθόνο, θα εισβάλει στο Factory και θα αδειάσει ένα περίστροφο στο κορμί του Άντι. Τρεις σφαίρες σφηνώθηκαν στο στήθος του καλλιτέχνη και γκουρού,  ο οποίος λίγο έλειψε να «πάει με τους πολλούς». Οι γιατροί, και ο ίδιος, έδωσαν τη μάχη, και ο θάνατος ηττήθηκε. Η Βαλερί επίσης, μιας και κλείστηκε σε ίδρυμα για ψυχικά και διανοητικά διαταραγμένους.
            Το 1969, ο Γουόρχολ θα κάνει μιαν ακόμα κίνηση που, όπως σχεδόν όλες του, άφησε εποχή. Πρόκειται για την ίδρυση του περιοδικού Inter/View, δηλαδή η Έσω Θέα, ή η Απ’ τα Μέσα Θέα, που μετέπειτα μετονομάστηκε σε Interview, ήτοι Συνέντευξη. Εδώ, ο Άντι λανσάρει με σαρωτική επιτυχία το είδος της ελεύθερης συνομιλίας με την εκάστοτε προσωπικότητα που παρουσιάζει, συνδυάζοντας τις αιχμηρές με τις αμέριμνες ερωτήσεις, τον ρέοντα καθημερινό λόγο με τις υψιπετείς απόψεις περί την τέχνη και τη ζωή, τη γρήγορη εναλλαγή θεμάτων και καταστάσεων. Έτσι, ακόμα και ο πλέον εστέτ καλλιτέχνης γίνεται προσιτός, απτός, με μια λέξη: ποπ.
            Το 1972, ο Γουόρχολ επανακάμπτει, ύστερα από μια σχετικά παρατεταμένη απουσία, στο χώρο της ζωγραφικής, παρουσιάζοντας έγχρωμα ποπ πορτρέτα του Μάο Τσετούνγκ. Όσο κι αν μπορούσε να θεωρηθεί βλασφημία προς τον Πρόεδρο Μάο, τα έργα αυτά αποπνέουν μιαν αφοπλιστική αθωότητα, κάτι που ανέκαθεν υπήρξε το ακαταμάχητο άδολο και συνάμα δόλιο άλλοθι του Άντι. Η πρωτοκαθεδρία της παιδικότητας, η πρόκριση του ακραίου Καλού, το να χαρίζεις αμέριμνα στον κόσμο λουλούδια, χρώματα κι αρώματα, σε οποιαδήποτε συσκευασία και μορφή, είναι πάντα ένα είδος μοναδικής άμυνας και θωράκισης απέναντι στις ενέδρες και τις επιδρομές του Κακού. Και αυτό ήταν εξαρχής το σχέδιο κρούσης όχι μονάχα του Γουόρχολ αλλά σύνολης της Ποπ Αρτ.
            Τρία χρόνια αργότερα, στο απόγειο της φήμης του, ο Πάπας της Ποπ, θα εκδώσει την αυτοβιογραφική φιλοσοφία του ή την φιλοσοφική αυτοβιογραφία του, με τίτλο «Από το Α στο Β και πάλι απ’ την αρχή», ένα σύνολο χιουμοριστικά απογυμνωμένων από νόημα κειμένων, όπου ακριβώς νοηματοδοτείται η απουσία νοήματος, σαν ένα είδος  παιχνιδιάρικου σήματος κινδύνου, ενός πολύπτυχου SOS για μία κοινωνία που καταβυθίζεται αύτανδρη στα βαθιά νερά της απόλυτης επιφάνειας! Αν είναι δυνατόν, θα πει κανείς! Κι όμως είναι!
            Στο βιβλίο του, ο Γουόρχολ μιλάει για όλους και για όλα με την πανταχού παρούσα αφοπλιστική και επιτηδευμένη αφέλειά του. Αναμνήσεις, αποσπάσματα συζητήσεων με κάθε λογής φίρμες των καιρών του, αποστομωτικά αξιώματα, αλλόκοτα αλλά πάντα διαυγή αποφθέγματα, ψευτοδοκίμια, εκρηκτικές ταυτολογίες, διεισδυτικά οξύμωρα,  και εκκεντρικές αποφάνσεις συνθέτουν ένα ιδιάζον ευαγγέλιο της νεοϋορκέζικης έλλογης παράνοιας. Ιδού πώς μιλάει ο Άντι για το σεξ: «Ο Τρούμαν Καπότε μού είπε κάποτε ότι ορισμένα είδη σεξ είναι στο σύνολό τους τέλειες εκδηλώσεις νοσταλγίας, και νομίζω ότι αυτό αληθεύει.  Άλλα είδη σεξ ενέχουν νοσταλγία σε βαθμό που ποικίλλει, από λίγη ως πολλή, νομίζω όμως ότι θα μπορούσαμε να πούμε μετά βεβαιότητος πως το σεξ στο μεγαλύτερο ποσοστό του έχει να κάνει με κάποια μορφή νοσταλγίας για κάτι. Το σεξ είναι ενίοτε η νοσταλγία για την εποχή που το επιθυμούσατε. Το σεξ είναι η νοσταλγία του σεξ». Ας ακούσουμε,  σε μία παρωδία του χιούμορ που λάνσαρε ο Μαρσέλ Ντυσάν, ο οποίος έλεγε ότι το επάγγελμά του συνίσταται στο να… αναπνέει, τι έχει να πει ο Άντι περί εργασίας: «Υποθέτω ότι δίδω μία λίαν ελεύθερη ερμηνεία στην ‘εργασία’, καθότι θαρρώ ότι και μόνο το να είσαι ζωντανός σημαίνει πολλή δουλειά, σχετικά με κάτι το οποίο δεν ήθελες ανέκαθεν να κάνεις. Το να γεννιέσαι είναι σαν να πέφτεις θύμα απαγωγής. Και μετά σε πουλάνε σκλάβο. Οι άνθρωποι εργάζονται κάθε λεπτό. Ο μηχανισμός λειτουργεί συνεχώς και αενάως. Ακόμα και όταν κοιμάσαι». Κι αν θέλετε να ξέρετε ποια είναι η ιδεώδης πόλη, ο Γουόρχολ είναι πρόθυμος να σας το πει: «Είναι μια μεγάλη Κεντρική Οδός δίχως διασταυρώσεις ή παρόδους που δημιουργούν κυκλοφοριακή συμφόρηση. Με ένα ψηλό κάθετο κτήριο όπου όλοι θα ζούσαν με: Ένα ασανσέρ, έναν θυρωρό, ένα γραμματοκιβώτιο, ένα πλυντήριο, έναν σκουπιδοτενεκέ, ένα δέντρο μπροστά, ένα σινεμά δίπλα. Η εν λόγω Κεντρική Οδός θα ήταν πολύ πλατιά, και το μόνο που θα χρειαζόταν να πείτε σε κάποιον για να τον κάνετε να νιώσει όμορφα, θα ήταν: ‘Σε είδα στην Κεντρική Οδό σήμερα’».
            Ζωγραφίζοντας, γράφοντας, διασκεδάζοντας, ανακαλύπτοντας και προωθώντας καλλιτέχνες όπως ο Ζαν Μισέλ Μπασκιά και ο Κηθ Χέρινγκ, μεταξύ εκατοντάδων άλλων, ακροβατώντας επικίνδυνα αλλά με απίθανη χάρη μπολιασμένη με κυνισμό ανάμεσα στο εμπόριο και την τέχνη, σκηνοθετώντας, συνομιλώντας, οργανώνοντας τρελά πάρτι, φωτογραφίζοντας και καταγράφοντας τα πάντα, ο Άντι Γουόρχολ μπόρεσε να γίνει μια καταλυτική μορφή της τέχνης του περασμένου αιώνα, και ένας ιδιόρρυθμος μα εύστοχος σχολιαστής των καιρών μας. Στις 22 Φεβρουαρίου του 1987, άφησε την τελευταία του πνοή. Τώρα ίσως ζωγραφίζει τα σύννεφα, ίσως βάζει κόκκινα πουά και πορτοκαλιά καρό στις νεφέλες!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης