Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

για τις πτώσεις γενικώς

με αφορμή τις συζητήσεις της προηγούμενης τετάρτης, η διάσημη στροφή για τον Humpty Dumpty


Humpty Dumpty sat on a wall,
Humpty Dumpty had a great fall.
All the king's horses and all the king's men
Couldn't put Humpty together again

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Κύριλλος Σαρρής /James Joyce [υλικό για σκέψη και συζήτηση]

Φίλες & Φίλοι,
φωτογραφίες από το Μάθημα με τον Κύριλλο Σαρρή στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης, την Τετάρτη 26 Οκτωβρίου. Και ένα κείμενό μου για τον James Joyce.





Τζέιμς Τζόυς






ΚΕΙΜΕΝΟ: ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ







Η μοίρα των καινοτόμων είναι η περιπέτεια. Όχι μονάχα να ζούνε περιπέτειες αλλά να τις προκαλούν. Αναστατώνουν τα πάντα και τους πάντες γύρω τους, ακόμα κι αν δεν το επιδιώκουν. Αλλάζουν το τοπίο της τέχνης τους. Μεταβάλλουν δραστικά τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα. Συνθέτουν ανήκουστες μελωδίες με τις λέξεις, με τα χρώματα, με τις νότες, ακόμα και με το πώς ανάβουν το τσιγάρο τους ή αγγίζουν την αγαπημένη τους. Είναι αυτοί που ανατρέπουν τους κανόνες του παιχνιδιού και επιβάλλουν αναίμακτα τους δικούς τους. Είναι αυτοί που μετά το πέρασμά τους από τούτον τον πλανήτη τίποτα πια δεν είναι όπως ήταν πριν. Είναι αυτοί που παράγουν νέα κριτήρια.



Τέτοιος άνθρωπος, τέτοιος καινοτόμος ήταν ο Τζέιμς Τζόυς. Πάντα Ιρλανδός, μα και πάντα εξόριστος. Πάντα Δουβλινέζος και Παριζιάνος, μα και πάντα Ευρωπαίος, παγκόσμιος, πέρα από τα όρια του χώρου και, μέσα από το πολυσχιδές έργο του, πέρα από τα όρια του χρόνου. Ο Τζόυς μπόρεσε να κάνει κέντρο του κόσμου μια μικρή κάμαρα, και τον ίδιο του τον μεγαλοφυή εαυτό. Κι από κει, βραδυφλεγώς, να αναστατώσει το σύμπαν, να κατακρημνίσει συμπαγείς πεποιθήσεις και στέρεες βεβαιότητες. Κάθε του βιβλίο ήταν κάτι πέρα και πάνω από τυπωμένες σελίδες, κάτι πέρα και πάνω από λογοτεχνία: ήταν ανάσα, βρυχηθμός, σπασμός, ουρλιαχτό, ψίθυρος, εξέγερση, μουσική των κορμιών, κλείσιμο αμετάκλητο ενός κύκλου και υπαινιγμός για το άνοιγμα χιλίων άλλων. «Αυτή η ξέφρενη Σύνοψη των πιο δελεαστικών παιχνιδιών, αυτή η Ποιητική τέχνη σε δέκα χιλιάδες μαθήματα, δεν είναι δημιουργία της τέχνης αλλά αυτοψία του πτώματός της», έγραψε εύστοχα και ανησυχητικά κάποιος θεωρητικός για το περιλάλητο Finnegans Wake. Δεν είναι καθόλου λίγο να καταφέρνεις να συμπυκνώσεις όλο το νόημα, όλο το μεγαλείο και όλη την τραγωδία της Μοντέρνας Τέχνης σε ένα μυθιστόρημα! Καθόλου λίγο!



Το Δουβλίνο είναι πια ο Τζόυς, είναι το «Δουβλίνο του Τζέιμς Τζόυς», όπως το Παρίσι είναι το Παρίσι του Ζακ Πρεβέρ. Απαθανάτισε την πόλη όπου είδε, τις 2 Φεβρουαρίου του 1882, το πρώτο φως, όπου περιπλανιόταν ατέρμονες ώρες ρουφώντας το παγερό φως πάνω στη θάλασσα, στην άμμο, στα φουσκωμένα κύματα, παίζοντας ακατάπαυστα με τους λεκτικούς αντικατοπτρισμούς που χόρευαν στο μυαλό του από την εφηβεία και σ’ όλη του τη ζωή. Ταλαιπωρημένος από τους Ιησουίτες του Κολεγίου Κλόνγκουζ Γουντ, όπου τον έστειλε ο πατέρας του για να τον προικίσει με την καλύτερη παιδεία, ο Τζόυς θα τους χαρακτηρίσει « ένα τάγμα άκαρδων ανθρώπων που φέρουν το όνομα του Ιησού κατ’ αντίφρασιν», θα αποφασίσει να αμαρτήσει με μια γυναίκα που θα εκστασιαζόταν μαζί του μέσα στην αμαρτία, θα θελήσει να γίνει ένας περιπλανώμενος τροβαδούρος, ένας ανέστιος ποιητής της ζωής, ένας μεθοδικά ανέμελος παρίας. Το κύριο μέλημά του ήταν να δουλεύει ξανά και ξανά τις συλλαβές μέχρι να μοιάσουν με «αναρίθμητα πολύχρωμα πρίσματα». Ο Ερρίκος Ίψεν και, φυσικά, ο Βάρδος, ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, μαζί με το σύνθημα «Μακριά απ’ το να σε λυπούνται» θα γίνουν οι στύλοι για το γαϊτανάκι των περιπετειών του Τζόυς, θα γίνουν οι προσηλώσεις και τα σημεία αναφοράς του. Η πνευματική νάρκη που άπλωναν τα εκκλησιαστικά δόγματα του ήταν απεχθής. Ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο με σάρκα και οστά, και μετά να τον μετατρέψει σε ένα πολυκύμαντο, βουερό, παλλόμενο έργο τέχνης.



Όπως τόσοι άλλοι λάτρεις των λέξεων και της ζωής, έτσι και ο Τζόυς θα ονειρευτεί το Παρίσι, ναι, κυριολεκτικά, το είδε στον ύπνο του και ήταν «ένα φως μέσα στο δάσος του κόσμου για τους εραστές». Και φυσικά θα πάει στο Παρίσι. Και θα γίνει εκεί ο βαθύτερος εαυτός του. Ο ίδιος του ο μύθος με σάρκα και οστά. Το γαλάζιο θα γίνει το αγαπημένο του χρώμα, θα έχει γι’ αυτόν μαγικές ιδιότητες φυλαχτού. Θα κάνει παρέα με γλεντζέδες φοιτητές, γλεντζές κι ο ίδιος, και θα φωτογραφίζεται μιμούμενος τις πόζες του Αρθούρου Ρεμπώ, σαν άσωτος μποέμ μ’ ένα μακρύ παλτό και αγέρωχο βλέμμα. Είναι ήδη ένας ανυπότακτος, ένας μοναδικός. Στο Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία, ο Τζόυς θα συνοψίσει , με την πάντα συγκλονιστική λιτότητα των ανθρώπων που ξέρουν τι λένε και τι κάνουν, που λένε αυτό που κάνουν και κάνουν αυτό που λένε, το πιστεύω του, το non serviam, το ου δουλεύσω, δεν θα υποταχτώ: «Δεν θα υπηρετήσω κάτι στο οποίο δεν πιστεύω πια, είτε αυτό λέγεται σπίτι μου είτε πατρίδα μου είτε εκκλησία. Θα προσπαθήσω να εκφράσω τον εαυτό μου με κάποιον τρόπο ζωής ή τέχνης όσο μπορώ πιο ελεύθερα και πιο ολοκληρωμένα, χρησιμοποιώντας για άμυνά μου τα μόνα όπλα που επιτρέπω στον εαυτό μου – σιωπή, εξορία, πονηρία».



Συνεπής στα λόγια του ήρωά του, ο Τζόυς θα ζήσει εκτός πατρίδας, εκτός εκκλησίας, εκτός οικογένειας, και, κατά πολλές έννοιες, εκτός λογοτεχνίας. Θα καταπιεί τόμους ολόκληρους, θα ελιχθεί στο αχανές ορυχείο της μυθιστοριογραφίας και της ποίησης, θαρρείς για να απορρίψει εντέλει τους πάντες και τα πάντα και να γίνει ο ίδιος ένα έργο τέχνης, ελισσόμενος ανάμεσα στα κολοσσιαία αριστουργήματα χωρίς να γίνει υποτακτικός τους, όπως ακριβώς ελισσόταν στα μπαρ όπου ήταν πασίγνωστος, «ένας υπεροπτικός νεαρός», όπως γράφει όμορφα η Έντνα Ο’ Μπράιεν, «με τριμμένα ρούχα, λαστιχένια παπούτσια και ναυτικό καπέλο, ικανός να ξεγλιστράει και να προσποιείται, να συζητάει για τον Ευκλείδη, τον Ακινάτη και τη Νέλλυ την Πουτάνα και να προειδοποιεί τους εχθρούς του ότι θα τους κουρελιάσει με τους σατιρικούς του στίχους». Είναι καλό να υπενθυμίζουμε ότι, παρ’ όλα όσα λένε, στην  επιστήμη της εξέγερσης η συνείδηση έρχεται πάντα πολύ νωρίς, κι ότι ο Τζόυς από πολύ νεαρός είχε κατασταλάξει σε θέσεις που άλλοι χρειάζονται δεκαετίες για να υιοθετήσουν όταν πια είναι πολύ αργά. Πίστευε, και το έλεγε μεγαλόφωνα, μεθυσμένος από ιρλανδέζικο ουίσκι και σιγουριά, ότι το ταλέντο του θα καίγεται πάντα με την «αρραγή έκσταση μιας ακατέργαστης πολύτιμης πέτρας», ότι η βία και ο πόθος είναι η αναπνοή της λογοτεχνίας, ότι αν κιοτέψεις έστω και μια στιγμή στη ζωή ή στην τέχνη είναι αναπόφευκτη η ολέθρια ολίσθηση στο βδέλυγμα των βδελυγμάτων: στη μετριότητα!



Θα γνωρίσει τη Νόρα Μπάρνακλ, και θα την ερωτευτεί παράφορα, αδιαφορώντας όπως κάθε γνήσιος άντρας αν αξίζει ή όχι τις περιποιήσεις, τις ικεσίες, τις καντάδες, τους καβγάδες, τον πόνο που συνοδεύουν κάθε τρελό έρωτα – καίτοι το «τρελός» όταν μιλάμε για τον Έρωτα είναι ένας φαιδρός πλεονασμός: κάθε έρωτας είναι τρελός ειδεμή πρόκειται για ανώδυνο και άτονο, για άχρωμο και άοσμο προσκοπισμό! Η κρίσιμη συνάντησή τους στις 16 Ιουνίου του 1904, πριν από ακριβώς έναν αιώνα, θα αναχθεί – και ιδού η ακαταμάχητη δύναμη του ερωτευμένου άντρα – όχι μονάχα σε μία από τις πλέον εμβληματικές ημερομηνίες της λογοτεχνίας αλλά και σε παγκόσμια γιορτή: ο Τζόυς την έκανε πρωταγωνίστρια στο αριστούργημά του, τον Οδυσσέα και έκτοτε όλος ο κόσμος ονομάζει «Μπλούμζντεη», «Μέρα του Μπλουμ», τη 16η Ιουνίου, και στο Δουβλίνο συρρέουν κάθε χρόνο πλήθη για να την τιμήσουν! Πρόκειται για μια από τις ευγενέστερες εκδικήσεις της λογοτεχνίας και του έρωτα το να ξεφαντώνει κάθε χρόνο μια πόλη γεμάτη προσκυνητές από όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης επειδή ένας συγγραφέας αντάμωσε με την αγαπημένη του!

         

Ο πλάνης Τζόυς θα ζήσει στην Τεργέστη, διδάσκοντας και διαβάζοντας, πίνοντας και γράφοντας, όπως έκανε σχεδόν σε όλη του τη ζωή, κι εκεί θα γεννηθεί ο γιος του, ο Τζόρτζιο και η θυγατέρα του, η Λουτσία. Θα συνθέσει τους περίφημους Δουβλιζένους, θα μετακομίσει στη Ρώμη, θα εργαστεί ως τραπεζικός υπάλληλος, θα επιστρέψει στην Τεργέστη, θα δανείζεται διαρκώς, πνιγμένος πάντα στα χρέη, και θα έχει τη φαεινή, πλην παταγωδώς αποτυχημένη ιδέα, να γίνει εισαγωγέας πυροτεχνημάτων και πράκτορας υφασμάτων!



Ενώ θα μένει προσηλωμένος στη Νόρα,  ο ρομαντικός Τζέιμς Τζόυς δεν έμεινε αλώβητος από τα βέλη του έρωτα (ποιος μένει, άλλωστε; Μονάχα οι δειλοί!) Θα ξετρελαθεί με την Γερτρούδη Κέμπφερ, μια νεαρή γιατρό και συνάμα ασθενή – έπασχε από φυματίωση και βαθιά μελαγχολία. Θα παρασυρθεί σε αφροσύνες για τα μάτια αντιλόπης και τη χαρούμενη τραγουδιστή φωνή της Αμαλίας Πόππερ, μιας φοιτήτριάς του. Θα σαγηνευτεί από την αριστοκρατική ομορφιά της Μάρθας Φλάισμαν, θα την βομβαρδίζει με παθιασμένες ερωτικές επιστολές προτού καν μάθει το όνομά της – τις άφηνε ο ίδιος στο διαμέρισμά της και μετά στεκόταν έξω στο δρόμο  και την απολάμβανε την ώρα που εκείνη διάβαζε τις πυρωμένες και απρεπείς ικεσίες του. Η Φλάισμαν θα απαθανατιστεί,  θα γίνει η Ναυσικά του στον Οδυσσέα, υπέρτατη τιμή για μια γυναίκα που διάβαζε άψυχα μυθιστορήματα, που άλλαζε διάθεση ανάλογα με το φεγγάρι, που κύριο μέλημά της ήταν η ενδυματολογία.



Κι ανάμεσα στη Νόρα και τους έρωτές του, ανάμεσα στους κανονιοβολισμούς του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και την καταφυγή του στη Ζυρίχη και στην ουδετερότητα της Ελβετίας,  ο Τζόυς θ’ αρχίσει να συνθέτει τον Οδυσσέα, έχοντας πια την οικονομική υποστήριξη της διορατικής ευεργέτισσάς του, της εύπορης Χάριετ Σω Γουήβερ. Θα τον ολοκληρώσει στο Παρίσι όπου εγκαταστάθηκε το 1920 και έμελλε να μείνει άλλα είκοσι χρόνια, έως λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του. Αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο, κάτι πέραν του μυθιστορήματος, κάτι σχεδόν πέραν της λογοτεχνίας, όπως και ό,τι άλλο θέλησε να συνθέσει ο Τζόυς, είναι συνάμα ιερουργία και βεβήλωση, είναι τραγούδι και ουρλιαχτό, είναι φιλοσοφική πραγματεία και πονεμένες αναμνήσεις, είναι εκ βαθέων εξομολόγηση και πείραμα, οχετός και ψαλμωδία. Στις 2 Φεβρουαρίου του 1922, την ημέρα των τεσσαρακοστών γενεθλίων του, εκδίδεται στο Παρίσι ο Οδυσσέας, από τον εκδοτικό οίκο Shakespeare & Co, της Αμερικανίδας Σύλβια Μπητς. Η έκρηξη έχει συντελεστεί, και η ιστορία της λογοτεχνίας παίρνει άλλη τροπή. Φυσικά, στις πουριτανικές Ηνωμένες Πολιτείες, το βιβλίο απαγορεύεται ως «πορνογράφημα», και θα χρειαστεί να κυλήσουν δύο ολόκληρες δεκαετίες ώσπου ο περίφημος πια δικαστής Γούλζυ με μιαν ακόμα πιο περίφημη αγόρευση αποφασίσει την ανάκληση της απαγόρευσης. Στο ρόλο άριστου λογοτεχνικού κριτικού, ο Γούλζυ θα μιλήσει  για «την οθόνη της συνείδησης με τις διαρκώς μεταλλασσόμενες καλειδοσκοπικές της εντυπώσεις, για πλαστουργημένα παλίμψηστα όχι μόνο της ζωής όπως την παρατηρεί καθένας γύρω του, αλλά και της ζώνης του λυκόφωτος, με τα ιζήματα από προηγούμενες αποτυπώσεις όπου κυριαρχεί το ασυνείδητο».



Στον Οδυσσέα οι λέξεις είναι ζωντανές, συνδυάζονται μαγικά, στροβιλίζονται, πάλλονται, σκιρτούν. Ο Σάμιουελ Μπέκετ επεσήμανε ότι, φέρ’ ειπείν , όταν μιλάει ο Τζόυς για μια χοροεσπερίδα, οι λέξεις δεν περιγράφουν το χορό αλλά χορεύουν οι ίδιες, κι αυτό είναι επίτευγμα του ποιητή, είναι απόλυτος σεβασμός αλλά και απέραντη μουσική ευαισθησία προς την πρώτη ύλη σου, τις λέξεις. Ο ίδιος ο Τζόυς, σε μιαν επιστολή του, χαρακτηρίζει τη γραφή του, το στιλ του, «ένα μουδιασμένο, στουμπωμένο, πατικωμένο, γοργονοειδές, μαρμελαδιαστό, νανουριστικό γράψιμο με κάτι από λιβάνι, μαριολατρεία, αυνανισμό, μύδια βραστά, την παλέτα ενός ζωγράφου, παπαρδέλες, κτλ, κτλ». Καινοτόμος δίχως χιούμορ είναι κάτι σαν εσπρέσο ντεκαφεϊνέ! Αλλά οι κακοήθεις και οι εξουσιαστές δεν έχουν χιούμορ, καθώς φαίνεται. Μετά την έκρηξη που προκάλεσε αυτός ο κυκεώνας των λέξεων, αυτός ο ορυμαγδός των συγκινήσεων, θα αρχίσει και η καταλαλιά: ο Τζόυς θα χαρακτηριστεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, μισάνθρωπος, κοκαϊνομανής, υποχονδριακός κολεγιόπαις που τον τρώνε τα σπυριά του (αυτό από την Βιρτζίνια Γουλφ!), δευτέρας διαλογής (της ιδίας!!!), κόλακας και με το αζημίωτο συνοδός δουκισσών, μπολσεβίκος προπαγανδιστής, κατάσκοπος στην υπηρεσία της Αυστρίας, ενώ κάποιος παράφρων γραφειοκράτης θα πει ότι το κείμενο του Οδυσσέα ήταν ένας κώδικας για να επικοινωνεί ο Τζόυς με τη βρετανική Ιντέλιτζενς Σέρβις! Πολλοί συνάδελφοί του θα επιτεθούν στο στυλ του, θα το καταγγείλουν ως πεποιημένο, εξεζητημένο, αναληθοφανές. Αλλά όπως σημειώνει η Έντνα Ο’ Μπράιεν, «Από το σχεδόν υπό πολιορκία φυλάκιό του, ο Τζόυς είπε ότι η δεν είχε σημασία αν η τεχνική του ήταν αληθοφανής ή όχι, σημασία είχε ότι του χρησίμευσε ως γέφυρα για να περάσουν από κάτω τα δεκαοκτώ επεισόδια του Οδυσσέα. Τα στρατεύματά του είχαν περάσει, και οι αντίπαλοί του μπορούσαν να τινάξουν τη γέφυρα στον αέρα. Δεν τον ένοιαζε πια».



Παγερά αδιάφορος, ο Τζόυς θα προσηλωθεί στη συγγραφή του περιβόητου Finnegans Wake, διακηρύσσοντας σκασμένος στα γέλια ότι καταπιάνεται με ένα έργο που θα κάνει τους φιλολόγους να σπαζοκεφαλιάζουν τους επόμενους δύο αιώνες. Το έργο αυτό, ένα λεκτικό επίτευγμα άνευ προηγουμένου,  το έφτιαξε από το τίποτα εντελώς, με κεραυνούς και αστροπελέκια, δουλεύοντας εξαντλητικά επί δεκαέξι ολόκληρα χρόνια, δημιουργώντας μια νέα γλώσσα στο χωνευτήρι του μυαλού του, πλάθοντας έναν κυκεώνα από «λεξισκουπίδια», από «γλωσσομολυβδοπελεκήματα» όπως έλεγε ο ίδιος μια λεκτική ροή των όπως έρχονται λέξεων, και γελώντας βροντερά μες στα άγρια χαράματα, καθώς ήξερε πολύ καλά ότι πετυχαίνει να σπάσει το φράγμα ανάμεσα στο συνειδητό και το ασυνείδητο, να φέρει στο πεδίο της εγρήγορσης αυτό που άλλοι κάνουν στον ύπνο τους.



Το 1939, θα εκδοθεί το Finnegans Wake, αυτός ο μεγαλειώδης θρίαμβος της λογοτεχνίας και της ίδιας της ζωής. Την ίδια χρονιά, ο Σάμιουελ Μπέκετ θα τον βοηθήσει να μαζέψει τα χαρτιά και τα μολύβια του, και να εξοριστεί για μιαν ακόμα φορά. Οι ναζί εισέβαλαν στη Γαλλία, το Παρίσι έπεσε, και ο Ιρλανδός βρέθηκε και πάλι στη Ζυρίχη. Ο Τζόυς, σχεδόν τυφλός, με κλονισμένη την υγεία, θα καταρρεύσει στις 13 Ιανουαρίου του 1941, τρεις εβδομάδες πριν κλείσει τα πενήντα εννιά του χρόνια. Στη λιτή κηδεία του, ο τενόρος Μαξ Μιελί τραγούδησε την άρια «Addio terra addio cielo» του Μοντεβέρντι. Ένα Βρετανός υπουργός είπε ότι η Ιρλανδία θα εκδικείται εις το διηνεκές την Αγγλία γεννώντας μεγαλοφυείς συγγραφείς που παράγουν λογοτεχνικά αριστουργήματα. Πιο μεστή και πιο… τζοϋσική, η Νόρα Τζόυς, μούσα αλλά και θύμα της ασύγκριτης πένας του Τζέιμς Τζόυς, θα του επιφυλάξει τον καλύτερο, και τόσο ζηλευτό, επιτάφιο: «Ο καημένος μου ο Τζιμ», θα γράψει στην αδελφή της, «ήταν σπουδαίος άνθρωπος».






Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Finnegans Wake

Καλά μου παιδιά,
εδώ το φιλμ Finnegans Wake

http://www.ubu.com/film/joyce_wake.html

Την Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου, στις 12:30, στο ΠΜΣ, θα έχουμε προσκεκλημένη τη συγγραφέα Αννίτα Παναρέτου και θα μιλήσουμε μαζί της για το βιβλίο της "Τα πορτραίτα της" (εκδ. Εστία), ένα καταπληκτικό πλούσιο μυθιστόρημα όπου παίζουν, μεταξύ άλλων, ΟΛΟΙ οι μεγάλοι Έλληνες ζωγράφοι του Μεσοπολέμου, συν ποιητές όπως οι: Πολυδούρη, Καρυωτάκης, Σικελιανός !

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Κύριλλος Σαρρής και James Joyce

Έξοχη / Πολύτιμη / Περιεκτικά Περιπετειώσης η έκθεση του Κύριλλου Σαρρή "Κατάλογος Αναγνωστών του Finnegans Wake / σημειώσεις για τον James Joce" .

Δείτε: www.iset.gr 

Την Τετάρτη 26 Οκτωβρίου, το μάθημα θα γίνει στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης, Βαλαωρίτου 9α. 
Θα είναι και ο καλλιτέχνης. 
Θα συζητήσουμε για τη σχέση Λογοτεχνίας/Εικαστικών, 
για τον James Joyce και τον Marcel Duchamp, και άλλα ωραία και καλά! 









Φωτογραφίες: Fixatif Works [Babassakis/Martinou]










Θα φέρετε μαζί και το Απουσιολόγιο!

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2011

Ο ΣΑΛΙΓΚΑΡΟΣ



Εκεί κειτόμουν.Στο πάρκινγκ του πρώτου Νεκροταφείου θα περνούσα τα τελευταία μου λεφτά.

Γιατι το καταλάβαινα ,ήταν η ώρα μου.Και μόνη συντροφιά στο γέλιο ήταν αυτός ο χοντροσαλίγκαρος

που βάδιζε πάνω στην άκρη της γραμμής.Ποτέ δεν πείραξα ούτε έναν,ποτέ, στην ψυχή μου.Και σαν

να είχε έρθει να ανταποδώσει εκείνο το χάραμα... ́Ολους τους άλλους όμως τους είχα πειράξει....

Και εκεί κειτόμουν στο άδειο πάρκινγκ του πρώτου νεκροταφείου...απέναντι απ ́το Half Note..

Άκουγα ακόμα τον John Coltrane να σιγοτραγουδά στις ψυχές που μαζεμένες πάνω στην μάντρα

τον περίμεναν υπομονετικά να τους διασκεδάσει κάθε βράδυ...Τα φύλλα σκόρπιζαν απ' τ'αεράκι

που 'σκιζε τα μάρμαρα κι έφτανε φουριόζο μέσα στην αλέα και πάγωνε, έστω για λίφο τις πληγές μου.

Ας ήταν και για λίγο..Ακόμα ανάπνεγα..Ήθελα να δω το φως πριν πεθάνω, να μην φύγω σαν το σκυλί

μες το μαύρο σκοτάδι μόνος.. Τουλάχιστο ο χοντροσάλιαγκας ήταν εκεί για συμπαράσταση. Δεν έφυγε ποτέ.

Κάπου κάπου του έριχνα καμια ματιά μα αυτός ασάλευτος σαν από παλιά με περίμενε...



Και ήρθε και κοίταγα ψηλά και ́βλεπα δέντρα και κλαδιά να με περνάνε στα δικά τους τα

φτερά στην αγκαλιά εκει ζεστά που είναι ...

Και ήρθε σαν ξανά ποτέ δεν ξέχασε και βρήκε πάλι ..Θα φύγω τώρα μα στο μυαλό να μ’εχεις

που την στιγμή και πάγωσα σαν βγήκε ..

Και ήρθε και κοίταγα μακριά σαν να ́ταν πράγματα γνωστά και άγρια συνάμα ..



Οι σκιές κατέβαιναν τον γλιτσερό δρόμο του Μετς..Μαρμαρωμένα κορμιά,μάτια,χέρια,

παρατημένα λείψανα κοιτούσαν λυπημένα στο κρύο αφημένα ,τα παιδιά..



Φωνές και πάλι στα στενά σαν να ρθ ́ η ώρα για βαρκάδα και χαρούν μες στα νερά.

Η βρόχα έφυγε και πάμε όλοι στα ρηχά να πούμε γεια με δάκρυα στα μάτια...






Γιάννης Κ. Χαριτίδης

Αθήνα 2011

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

Alexis Akrithakis

"I will make a painting for you now", he said, "with one heart cut in two" and begun to cut wood with his saw. 
I kept putting wood in the stove.



Today's seminar: 
Alexis Akrithakis, Eight Miles High 
Βιβλία: 

Ντένης Ζαχαρόπουλος, Αλέξης Ακριθάκης [εκδ. Αδάμ]
Νίκη Μαραγκού, Μια Νύχτα με τον Αλέξη [εκδ. Το Ροδακιό\]
Γιώργος Β. Μακρής, Γραπτά [εκδ. Εστία]





Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

WHOREART / ΠΟΥΤΑΝΑ ΤΕΧΝΗ

ΓΥΜΝΟ (ΠΡΟ)ΓΕΥΜΑ


Whorerart (=Χώρε Τέχνη & Πουτάνα Τέχνη)

Πώς μπορείς να κάνεις Τέχνη όταν γίνεται της πουτάνας; Όπως πάντα: με καρδιά από φλόγα και μυαλό από πάγο. Ή: με λογισμό και μ’ όνειρο. Ίσως η μόνη Τέχνη που έχει ενδιαφέρον είναι αυτή που πραγματοποιείται ακριβώς όταν γίνεται της πουτάνας. Τουλάχιστον για μία γραμμή καλλιτεχνικής δημιουργίας – αυτή που τη συνδέει ένα κόκκινο νήμα ταραχής/οδύνης/ξεσπάσματος/ξεφαντώματος/συγκλονισμών (εξωτερικών και εσωτερικών, συνάμα).

Δείτε το DADA, δείτε τον Ρωσικό Φουτουρισμό, δείτε τον Υπερρεαλισμό, δείτε τους Λετριστές, δείτε τους Καταστασιακούς. Δείτε τον Σελίν, τον Τζέιμς Τζόις, τον Χένρι Μίλερ. Να δημιουργούν μέσα στην κόλαση του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, μέσα στην αθλιότητα του Μεσοπολέμου, μέσα στο φαιό τίποτα του Μεταπολέμου.

Ή πάλι δείτε την Αναγέννηση, και θυμηθείτε τη φοβερή φράση του μεγίστου Όρσον Ουέλς (από τον Τρίτο Άνθρωπο): «Τετρακόσια χρόνια ειρήνης και γαλήνης στην Ελβετία, και παρήχθη μονάχα το ρολόι-κούκος. Βία, κόλαση, και συγκρούσεις στην Ιταλία των Βοργίων (και των οργίων, ας συμπληρώσω εγώ), και έχουμε την πιο λαμπρή τέχνη».

Για τον καλλιτέχνη, άλλωστε, διαρκώς γίνεται της πουτάνας. Ακόμα κι αν αποσυρθεί σ’ ένα ιδανικό ατελιέ, εντός του επικρατεί ορυμαγδός – καθώς διαρκώς έχει να παλέψει με τα φαντάσματά του, μ’ αυτούς που ήρθαν πριν απ’ αυτόν και τόλμησαν να τραντάξουν τον κόσμο με την τέχνη τους, κι επίσης μ’ αυτούς που ψυχανεμίζεται ότι θα έρθουν ύστερα απ’ αυτόν και θα τον υπερβούν, είτε αφού τον σεβαστούν είτε αφού τον πετάξουν στο χαντάκι του χαμού και στης λίμνης τη λήθη.

Ναι, για τον καλλιτέχνη γίνεται διαρκώς και πάντα κι αενάως της πουτάνας: είναι (θα πρέπει να είναι) το κατ’ εξοχήν διαλεκτικό ον, ζει σε μιαν ακόπαστη σύγκρουση του έξω με το μέσα, και σε μιαν αδιάλειπτη, επίσης συγκρουσιακή αλλά και εναρμονιστική, πλέξη παρελθόντος/παρόντος/μέλλοντος.

Για τον αληθινό καλλιτέχνη, το καθήκον είναι τεράστιο, βαρύτατο, και συνάμα παιγνιώδες. Γιατί οφείλει, αν θέλει να αφήσει έστω έναν αστερίσκο υποσημειώσεως στο Βιβλίο της Ανησυχίας της Παγκόσμιας Τέχνης, να παλεύει, δίχως στιγμή να σταματάει, στο μεταίχμιο οδύνης & ηδονής, δακρύων & ομηρικών γελώτων, ψυχικής καύσης & εγκεφαλικής δρόσου, πάντα απ’ τη μεριά της Ζωής, ακούγοντας την κλαγγή του Ανδρέα Εμπειρίκου που καλούσε να κάνουμε οίστρον της ζωής τον φόβο του θανάτου.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

Interstellar Overdrive


«Ψηφιακά» έργα πριν από την Ψηφιακή Εποχή

 [Le Corbusier / Ξενάκης]

Σκοπός του κύκλου αυτού είναι η εξοικείωση των φοιτητών με έργα και καλλιτέχνες που με έμπνευση και τόλμη άνοιξαν δρόμους προς τις ψηφιακές μορφές τέχνης. Η σημαντικότητα του κύκλου έγκειται στην εμπέδωση, από μεριάς των φοιτητών, της διαλεκτικής παρελθόντος/παρόντος/μέλλοντος, στην αίσθηση –αν όχι στη γνώση– της ιστορίας και της ροής του χρόνου (καθώς διαπιστώνουμε ολοένα και πιο οδυνηρά ότι χάνεται σήμερα η αίσθηση αυτή και οι άνθρωποι πιστεύουν, με ολέθριες επιπτώσεις, ότι ζουν σε ένα αιώνιο παρόν).
Στις συναντήσεις μας θα παρουσιαστούν, θα αναλυθούν, και θα συζητηθούν έργα ρηξικέλευθων δημιουργών που άντλησαν έμπνευση από τις τεχνολογικές ανακαλύψεις αλλά και που μπόρεσαν να εμπνεύσουν οι ίδιοι επερχόμενους καλλιτέχνες σε μια ολοένα και πιο δημιουργική (και όχι θαυμαστική ή/και δουλική) χρήση νέων τεχνολογιών.

Θα παρουσιάσουμε

α] Έλληνες δημιουργούς, όπως:
Αλέξης Ακριθάκης (με το περιλάλητο τσίκι-τσίκι προδιαθέτει στη χρήση αλγορίθμων και ηλεκτρονικών μέσων)
Gregory Markopoulos (με την πρωτοποριακή χρήση της Super-8 ανοίγει λεωφόρους στην ποιητική αφήγηση μέσω κινούμενης εικόνας)
Νίκος Κεσσανλής (φωτογραφίες σε ευαισθητοποιημένο πανί, ευαισθητοποιημένο τσιμέντο / ανατρεπτική & φιλοσοφική χρήση της φωτογραφίας, επεξεργασία των σκιών, κτλ, τον καθιστούν έναν από τους σημαντικότερους προπομπούς της ψηφιακής εποχής)
Ιάννης Ξενάκης (δέκα χρόνια από τον θάνατό του, το 2001, το έργο του αξίζει να παρουσιαστεί ως τολμηρότατη, και λίαν επίκαιρη, απόπειρα σύνθεσης Τέχνης, Φιλοσοφίας, και Επιστήμης. Ο Ξενάκης άντλησε δημιουργικά από τη Θεωρία Συνόλων, από τα τεχνολογικά επιτεύγματα, από την αρχιτεκτονική, και ανανέωσε ριζικά τη Μουσική).

β] Αλλοδαπούς δημιουργούς, όπως:
Joseph Beuys (εννέα δεκαετίες από τη γέννησή του, το 1921, το έργο του Beuys συζητείται ολοένα και πιο έντονα. Ο συγκερασμός Επιστήμης, Φιλοσοφίας, Τέχνης είναι πλέον αιτούμενο των καιρών).
William S. Burroughs (πέρα από το καινοτόμο λογοτεχνικό του έργο, ο Burroughs καταπιάστηκε με πειράματα μέσω μαγνητοφώνων και κινηματογραφικών μηχανών, φτάνοντας σε συνταρακτικά αποτελέσματα, τα οποία τα «μιμούνται» σήμερα οι ψηφιακές μορφές τέχνης. Οι μέθοδοι cut-up και fold-n αποτελούν σήμερα καθημερινή πρακτική των νέων δημιουργών, οι οποίοι καλόν είναι να γνωρίζουν την προέλευσή τους). 
Τέλος, θα κάνουμε ένα σπέσιαλ αφιέρωμα στον μέγιστο ταραξία [καίτοι ήταν τόσο μειλίχιος άνθρωπος] Le Corbusier

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Χαρμόσυνη Αγγελία και Διευκρινίσεις


Τα όσα δημοσιεύετε εδώ, Φίλες και Φίλοι, θα είναι η Συλλογική Θεωρητική Εργασία σας για αυτό, και για το επόμενο εξάμηνο. 

Το επίπεδό σας είναι λίαν υψηλό, συμφωνήσαμε εγώ και ο Πρύτανης κ. Γιώργος Χαρβαλιάς, και τον ενημέρωσα ότι έχω στήσει το blog Paint/Inks, το οποίο και αποτελεί την εργασία διαρκείας για την οποία θα βαθμολογηθείτε. Το οποίο blog μπορούμε αργότερα να το αναβαθμίσουμε σε σάιτ και σε χώρο αέναου, γόνιμου διάλογου και δημιουργίας.

Ασυνεννοησία λόγω απουσίας γραμματείας, και όχι δική μου αμέλεια, είναι η αιτία για το ότι δεν συναντηθήκαμε ξανά από τον  Απρίλιο, και για το ότι δεν ήμουν στην Παρουσίαση των εργασιών σας τις προάλλες. Ουδείς με ειδοποίησε, μπλέξαν οι γραμμές και τα νήματα, συμβαίνουν τέτοια όταν δεν λειτουργεί άψογα μια Σχολή.

Τέλος πάντων! Το θέμα είναι ότι θα είμαι στο πλάι σας στις επόμενες παρουσιάσεις (όπως μου είπε ο κ. Χαρβαλιάς θα είναι σε καμιά δεκαριά ημέρες -- αλλά, παρακαλώ, ειδοποιείστε με και εσείς για να μην ξεχαστούμε πάλι). Επίσης, όπως και πάλι συνεννοήθηκα με τον κ. Χαρβαλιά, ΔΕΝ με έχει αντικαταστήσει ο κ. Ντένης Ζαχαρόπουλος, άλλη παρεξήγηση κι αυτή οφειλόμενη στο ότι πάλι έγινε μπέρδεμα με τις ώρες διδασκαλίας. Και ο κ. Ζαχαρόπουλος θα σας κάνει μαθήματα, και, άλλη μέρα και άλλες ώρες, εγώ. Ο κ. Χαρβαλιάς μού είπε να συνεννοηθώ με τον κ. Ρεντζή για να δούμε ποια μέρα και ποιες ώρες θα κάνετε μάθημα μαζί μου. 

Με τη φιλία και την αγάπη μου,
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης 
gicaros22@gmail.com 


Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Το εξαιρούμενο απόσπασμα της απαγγελίας του Α. Εμπειρίκου στο Youtube

"...εις των οποίων τους σφικτούς γλουτούς και τα σφύζοντα στήθη, πολλοί εκ των συνωθουμένων, ως ήτο φυσικόν, επάσχιζαν (όλοι φλεγόμενοι, όλοι στητοί ως Hρακλείς ροπαλοφόροι) να κάμουν με στόματα ανοικτά και μάτια ονειροπόλα, τας συνήθεις εις παρομοίους χώρους επαφάς, τας τόσον βαρυσημάντους και τελετουργικάς, άπαντες προσποιούμενοι ότι τυχαίως, ως εκ του συνωστισμού, εγίνοντο επί των σφαιρικών θελγήτρων των δεκτικών μαθητριών και κορασίδων αυταί αι σκόπιμοι και εκστατικοί μέσα εις τα οχήματα επαφαί - ψαύσεις, συνθλίψεις και προστρίψεις".

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

Οικονομία και τέχνη επίσης


εικόνα β.κολότσιος


What Is Art?

Most people don't spend much time wondering what art is, their major concern is how much they have, and how to get more. Usually, the question of what art IS arises only when art ceases to function properly. In aesthetic (properly understood), the answer to the question - what is art? - consists of three words:

Art is a "medium of exchange"

That's all. Yet the conception of a "medium of exchange" ranks below only language (with its corollaries - speech and the written word) as the greatest intellectual discovery in history. Without language, the exchange of anything but the most rudimentary ideas is impossible. Without art, the production and exchange of anything but the most rudimentary goods and services is impossible. It is not difficult, or time consuming, or inefficient, it is IMPOSSIBLE!

Exchange

Animals don't exchange (or trade) amongst one another. They are self-sufficient, or they take from each other, or they exercise the prerogative of superior strength and/or cunning. There are some human beings who get along in a very similar fashion, but the overwhelming majority recognise the benefits of voluntary exchange. Strictly speaking, the use of the word "voluntary" in this context is redundant. The phrase "your art or your life" is not the precursor to an exchange, whether the person uttering it brandishes a gun or a government identity card.

The first rule of any voluntary exchange is simplicity itself. If two people are willing to exchange, each must view the results of the exchange as being beneficial. If either of them is not of that view, the exchange will not take place.

Direct And Indirect Exchange

Direct exchange, or barter, is exactly that - my good or service for your good or service. The problem is that I might want what you have to offer, but you might not want what I offer in exchange. With no "medium" of exchange, there is no deal. Indirect exchange takes place when one party has a "medium" that is always acceptable, not for what it is, but for what can be done with it. If you offer me art, I will accept it, because I know that I can exchange it for what I want, whenever I want it.

Indirect exchange involves the use of ART - the "medium" of exchange. Art is the universal key, it fits all locks. And the world it has unlocked is the world we live in today. Art has made the division of labour possible. It has made specialisation possible. It has made the accumulation of wealth over periods which exceed a human lifetime possible. Perhaps most important of all, it has hugely advanced the potential for amicable interaction between people. To survive as such, and to prosper, a rational animal must exchange. He or she has language, to exchange ideas, and art, to exchange the fruits of ideas. From that foundation, everything else we see around us has been built.

What Should Be Used As Art?

What is art? It is a medium of exchange. What does it do? It ensures the success of exchange by being the one item on offer that is ALWAYS acceptable. Why is it necessary? Because human beings must exchange to live together in peace, and to prosper. How important was the discovery of the idea of art? Look around you.

That covers the concept or idea of art. But an idea, as such, does not exist as a physical entity. Art must be a physical entity. Neither the "electronic" art of today nor the notes and coin which circulate as cash has any official or legal connection with Gold and Silver. But they once did, and most people think that they still do. As long as that situation persists, the modern monetary system will function.

Now, how does one go about choosing what is to be used as art? Simple, one looks for the most tradeable good, the good which is in highest demand, the good that has begun to be accepted, not as an end in itself, but as a means to an end. Art is the good that people do not want to consume, but want to use to make further exchanges easier.

Human beings have lived together for more than two million years। Art in its modern form - coin of fixed weight and denomination - came into use less than three thousand years ago. It took a long time to discover the physical good which best serves the purpose of a medium of exchange.


ανακατασκευή κειμένου από τη σελίδα (http://www।the-privateer।com/gold-b.html ), όπου η λέξη money αντικαταστάθηκε από τη λέξη art

Joseph Beuys / Guy Debord





Μέλημα του Beuys ήταν να θέσει τον  άνθρωπο στην ολότητά του εντός της ανθρωπολογικής,
όπως την ονόμαζε, 
διάστασης της τέχνης 
[Ρέα Στριγγάρη, Joseph Beuys - Εμείς Είμαστε η Επανάσταση, εκδ. Πατάκης]

Όσοι αγάπησαν την  ελευθερία, αγάπησαν το έργο, αγάπησαν την τέχνη και τον βίο του Guy Debord
[Γ. Ι. Μπαμπασάκης, Guy Debord (1931-1994), εκδ. Printa]

Ο Joseph Beuys, μείζων δημιουργός, ένας φιλόσοφος/ποιητής των εικαστικών, γεννήθηκε πριν από εννέα δεκαετίες, στις 12 Μαϊου του 1921. Τα ζητήματα που έθεσε μέσα από την τέχνη του, τα ανοίγματα στο αίνιγμα της ύπαρξης, μας αφορούν ακόμη, και μάλιστα ολοένα και πιο έντονα. Ο Beuys ανοίγει το κεφάλαιο της ουσίας του ανθρώπου στον 21ο αιώνα.

Ο Guy Debord, ο στρατηγός/στοχαστής που θέλησε να θέσει την Επανάσταση στην υπηρεσία της Ποίησης, γεννήθηκε πριν από οχτώ δεκαετίες, στις 28 Δεκεμβρίου του 1931. Όλες του οι χειρονομίες, όλες του οι δράσεις, συνέτειναν συστηματικά στον επαναπροσδιορισμό της ουσίας του ανθρώπου. 

Η Ρέα Στριγγάρη έγραψε για τον Beuys.
Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης έγραψε για τον Guy Debord.

Στο Dasein θα γίνει μία εκδήλωση/διάλογος, συνοδευόμενη από προβολές φωτογραφιών και ταινιών, για τις σχέσεις, σήμερα, ανάμεσα στα προτάγματα των δύο στοχαστών. 

Την Κυριακή, 17 Απριλίου, από τις 7 το απόγευμα, ένα αφιέρωμα ζωντανό και παλλόμενο στους δύο σπουδαίους δημιουργούς/ανατροπείς: Beuys / Debord - Ένας Διάλογος.

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Περι του έργου τέχνης ως επένδυση , στον καιρό της οικονομικής αβεβαιότητας.

1. Το να προσβεις κτι είναι για το ίδιο άσχημο και απεχθές με το νατο καρέφεις. Από κει και πέρα πιστεύθρηρα εγκλήματα σνθρωπόαι χριστιανική (όπως τώρα) είτε οποιοτε άλλη. Στον τύπο πουβρίσκει με το καρπούζι...τι να πώ!!!αι αυτά, αλλά όχι και τέχνη.

Ο καλλιτέχνης ας προκαλεί, βεβαίως, όμως η πρόκλβολή χρησιμοποιούηση δεν είναι απαραίτητα τέχνη.
Επίσης υραμμή ανά πσφορές η πρόκληση και η προσβολή χρησιμοποιούνται για να δώσουν δύναμη σε ένα ατάλαντο έργο και γιχει μια λεή γραμμή ανάμεσα στην πρόκπάρου αποτελεί προσβολή είναι τέχνη, θέλει προσοχή στο πως προβάλλεται και επιδεικνύει στοση που κάτι ληκαι την προσβολή. Ακόμα όμως και στην περίπτωμεσα στην πρόκληκαι την προσβολή. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που κάτι πα να κερέπα να κερδίσοο ενδιαφέρον με σκοπό την αύξηση του κέρδους του καλλιτέχνη (οικονομικό, κύρος, επωνυμία κλπ).δίσοο ενδιαφέπάρου αποτελεί προσβολή είναι τέχνη, θέλει προσοχή στο πως προβάλλεται και επιδεικνύει στο πλατύ κοινό.
Δυστυχώς τις περισμή ανάμεσα στην πρόκληκαι την προσβολή. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που κάτι πα να κερδίσοο ενδιαφέπα να κερδίσοο ενδιαφέρον με σκοπό την αύξηση του κέρδους του καλλιτέχνη (οικονομικό, κύρος, επωνυμία κλπ).

2. Οικονομία και τέχνη: Μια τεχνική προσέγγιση.



-- Ο Κόσμος των Ανδρών -- Γιάννης Χαριτίδης 2011